Archive for the ‘Πόλεις’ Category

h1

Πόλεις-Φυλακές

Φεβρουαρίου 14, 2010

Κυριακή των αποκριών…
Έχουν φύγει σχεδόν όλοι…
Και οι άλλοι που μείνανε δουλεύουν…
(Βλέπεις είναι ευκαιρία τέτοιες μέρες)
Μπουχτισμένος από την κλεισούρα των ντουβαριών, βγαίνω να ξε-σκάσω…
ΚΑΙ ΛΕΩ: Δεν παίρνω και τη μηχανή μέρα που είναι, μπας και πετύχω κανέναν καρνάβαλο, να τον φωτογραφίσω;

ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ:

Ρημάδα στιγμή που αποφάσισα να βγω!!!

h1

Monopoly

Φεβρουαρίου 1, 2010

Προχτές είχε μια φοβερή μέρα …

Είπα να ξε-κουνήσω λίγο από τον καναπέ μου και να πάω για περπάτημα στο “δάσος” του Σέιχ Σου (στη Θεσσαλονίκη). Και ενώ περπάταγα στις χωμάτινες λεωφόρους που μόλις το περασμένο καλοκαίρι διάνοιξαν, ξεπροβάλει σε μια στροφή η πόλη. Κάθομαι για λίγο και τη χαζεύω. Κλείνω τα μάτια και την φαντάζομαι με πάρκα, με μεγάλα κτίρια, με υποθαλάσσια αρτηρία κλπ κλπ. Τότε κάνω κάποιους συνειρμούς ανάμεσα στην Monopoly και τη Salonicopoly

Και αναρωτιέμαι…

Τι είναι εν τέλη η monopoly;

Γυρνάω γρήγορα σπίτι και ξεκινάω το ψάξιμο.

Η μονόπολη, ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια του σύγχρονου κόσμου, έχει ως στόχο το κυνήγι του χρήματος και του μονοπωλίου. Το παιχνίδι μπορεί εύκολα να παιχτεί από παιδιά του δημοτικού μέχρι ενήλικες όλων των ηλικιών που γνωρίζουν στοιχειώδη αριθμητική. Παρόλα αυτά, πρόκειται για ένα παιχνίδι που δεν είχε αρχικά σχεδιαστεί για ψυχαγωγικούς σκοπούς αλλά για την επίλυση κάποιου οικονομικού προβλήματος.

Το 1904 η Ελίζαμπεθ (Λίζι) Μάτζι Φίλιπς, δημιούργησε ένα παιχνίδι μέσω του οποίου ήλπιζε να μπορέσει να εξηγήσει την απλή θεωρία των φόρων του Χένρι Τζωρτζ σύμφωνα με την οποία αν οι άνθρωποι έχουν κέρδη από την περιουσία τους, ανάλογα με το μέγεθος τής περιουσίας τους, τελικά όλη η περιουσία θα καταλήξει νομοτελειακά στα χέρια ενός και μόνο ανθρώπου. Το παιχνίδι της, “Το Παιχνίδι Του Νοικοκύρη”, εκδόθηκε λίγα χρόνια αργότερα. Άλλοι ενδιαφερόμενοι για επιτραπέζια ανακατασκεύασαν το παιχνίδι και μερικοί έφτιαξαν δικές τους σειρές. Στις αρχές της δεκαετίας του 30 είχε δημιουργηθεί ένα επιτραπέζιο με το όνομα Monopoly, παρόμοιο με τη σημερινή Monopoly που βγήκε στην αγορά από τους Αδελφούς Πάρκερ και τις μητρικές εταιρίες για το υπόλοιπο του 20ου αιώνα ως και τις αρχές του επομένου.

Το 1941, η Βρετανική Μυστική Υπηρεσία έβαλε τον Τζον Ουάντιγκτον, τον κατοχυρωμένο κατασκευαστή του παιχνιδιού εκτός Η.Π.Α., να δημιουργήσει μια ειδική έκδοση για τους κρατούμενους από τους ναζί του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα στα παιχνίδια υπήρχαν κρυμμένοι χάρτες, πυξίδες, αληθινά χρήματα και άλλα χρήσιμα αντικείμενα για απόδραση.

Από την ιστορία του παιχνιδιού μπορεί κανείς να καταλάβει κατά πόσο μια τέτοια κατασκευή απευθύνεται σε παιδιά και σε πιο βαθμό επιδρά στην παιδική σκέψη κτίζοντας τα οικονομικά και κοινωνικά πρότυπα. Η μικρογραφία μιας μικρής ζούγκλας όπου ισχύει το δίκαιο του ισχυρού υποβόσκει μέσα σε παιχνίδια που δε σχεδιάστηκαν καν για παιδιά, όπως η μονόπολη και που ανακυκλώνουν την ίδια κοσμική αντίληψη που έμαθαν οι μεγαλύτεροι όταν εκείνοι ήταν παιδιά από τους παππούδες, για το κυνήγι της φλέβας χρυσού και του εύκολου κέρδους. Άλλωστε πόσο αθώο μπορεί να είναι ένα παιχνίδι που σχεδιάστηκε με σκοπό να επικυρώσει μια θεωρία για τον μονοπωλιακό πλούτο;

Αυτό είναι τελικά η Monopoly…

h1

Κεντρική πλατεία Ιωαννίνων

Νοέμβριος 8, 2009

στο λείο της πλάκας γλιστράει η μνήμη και χάνεται

Μέσα στην έρημpl02ο της αλλοτρίωσης και της
εξατομικευμένης καταπίεσης, το διακύβευμα είναι αφ’ ενός να επανακτήσουμε το συλλογικό αίσθημα, αφ’ ετέρου να πάρουμε πίσω το χώρο και χρόνο που μας έχουν κλέψει.

Πεδίο έκφρασης αυτού είναι και οι δημόσιοι χώροι, όπως ορίζονται
(στο αστικό τοπίο εν προκειμένω) οι πλατείες και τα πάρκα, οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια

… Πρόκειται για χώρους ανοιχτούς και διαθέσιμους για οποιαδήποτε -αυθόρμητη ή προκαθορισμένη- λειτουργία, τόπους όπου μπορείς να υπάρξεις χωρίς να εμπλακείς σε σχέσεις παραγωγής-κατανάλωσης, οι οποίοι μπαίνουν όλο συχνότερα στο στόχαστρο της ιδιωτικοποίησης-εμπορευματοποίησης και του ελέγχου, ή της ανάπτυξης και αξιοποίησης σύμφωνα με τον κυρίαρχο λόγο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της πολύπαθης κεντρικής πλατείας. Παρ’ ότι εδώ τα όρια μεταξύ ανικανότητας-προχειρότητας και “πολιτικής” στόχευσης της ντόπιας εξουσίας είναι δυσδιάκριτα, ας προσπαθήσουμε να τα ανιχνεύσουμε. Η οικονομική διάσταση είναι μάλλον προβλέψιμη. Η πλατεία προκαλούσε ως
ένα μη αποδοτικό αστικό κενό στο βαθμό που έπρεπε να αντικατασταθεί
από ένα αποδοτικό καπιταλιστικό πλήρες. Κάπως έτσι εξηγούνται οι
πρώτες παρεμβάσεις στην πλατεία (όπως η αποκοπή του καφενείου της
όασης από αυτή και η ατυχής μετατροπή του σε καφέ μπαρ, μια τραγωδία
για την οποία ο γκόντας πανηγύριζε), κάπως έτσι και η ολική καταστροφή της για τη δημιουργία του επικερδούς ιδιωτικού parking. Αναπόφευκτα, λοιπόν, η πλατεία-ταράτσα που δεν αποδίδει άμεσα, ολοκληρώθηκε κακήν κακώς με γενναίες εκπτώσεις και σε πλήρη αναντιστοιχία με την αρχική μακέτα. Από πολιτική-κοινωνική άποψη, το έργο κρίνεται άκρως επιτυχημένο. Ένα από τα δυνατά σημεία αλλά και στόχος της κυριαρχίας είναι η καταστροφή της μνήμης και της εμπειρίας, όλων αυτών που συγκροτούν μια πόλη, την ιστορία της και τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε. Η κατασκευή μιας ριζικά διαφορετικής πλατείας, αταίριαστης με το περιβάλλον, και η χρήση ξένων μέσων και υλικών (η τοποθέτηση των ιταλικών πλακιδίων αντί του οικείου μαρμάρου μάλλον κάτι λέει πέρα από το οικονομικό) δείχνουν ότι ο στόχος επετεύχθη. Εξάλλου, η δόμηση αποτελεί από μόνη της προληπτική καταστολή. Η πλατεία, λοιπόν, από ένα εν δυνάμει τόπο συνάντησης και αλληλενέργειας, ζύμωσης και αδιαμεσολάβητων σχέσεων, μετατρέπεται σε ένα χώρο αν-οικείο
και α-ιστορικό, απαλλαγμένο από οποιοδήποτε κοινωνικό περιεχόμενο στο
εσωτερικό του. Μια πλατεία απρόσιτη και άξενη, που ενθαρρύνει το βιαστικό
πέρασμα και όχι την παραμονή, πόσο μάλλον την οικειοποίηση. Κι όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, η παραμονή πρέπει να είναι όσο πιο ανυπόφορη και ασφαλής γίνεται. Φροντίζουν γι’ αυτό το γκρίζο σκηνικό, η απουσία πράσινου πέρα από ένα άλλοθι υποταγμένης φύσης, η έλλειψη καθισμάτων, ο φωτισμός που διευκολύνει την επιτήρηση, τα αγάλματα που προπαγανδίζουν άτυπα την επίσημη ιστορία, οι εξωσωματικοί όγκοι των ασανσέρ… Κάπου εδώ το ζήτημα γίνεται και αισθητικό.

Και να’ τανε μόνο αυτό. Από την πλατεία χατζή στους αμπελοκήπους που
περιμένει το άγγιγμα της ανάπτυξης για να γίνει με τη σειρά της parking, ως την αποικειοποίηση κάθε διαθέσιμης σπιθαμής από τραπεζοκαθίσματα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της πόλης (δωδώνης, μώλος, πλατεία πάργης, κατσαδήμα κ.α.) και τη χρήση των χαρακτηρισμένων ως πλατειών στην κιάφα για μπαζότοπους, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τον τρόπο που οι δημόσιοι χώροι αντιμετωπίζονται και τη μοίρα που τους περιμένει. Ακόμα και για το νέο πάρκο κάτσαρη και το θεατράκι η “αξιοποίηση” παραμονεύει, κάποιες φήμες λένε.

Όλα αυτά δυστpl01υχώς τα ξέρουμε. Αυτό που μένει να μάθουμε είναι η δική
μας θέση και οι δικές μας απαντήσεις. Είναι καιρός να επανοικειοποιηθούμε
τους δημόσιους χώρους σπάζοντας την κουλτούρα της εξατομίκευσης, να
γνωριστούμε και να πράξουμε, να πραγματοποιήσουμε ό,τι φοβούνται.

*Tο παραπάνω κείμενο βρίσκεται στο  3ο φύλλο της εφημερίδας τοίχου «ΠΑΡΤΕ ΤΑΡΑ«

h1

Προσφυγικά: «Τα παράσιτα» του τείχους

Νοέμβριος 7, 2009


Τα προσφυγικά σπίτια και όλα τα σπίτια και οι παροικίες των μεταναστών αποτελούν ιδιαίτερο κομμάτι μιας πόλης. Άνθρωποι κατατρεγμένοι, φτωχοί που περάσαν και περνάνε δύσκολες στιγμές και ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον. Άνθρωποι που στα μάτια πολλών μοιάζουν σαν το καλύτερο εργαλείο για την επιχείρησή τους. Και όπως ένα εργαλείο όταν δεν το χρησιμοποιείς το βάζεις σε κάποια αποθήκη έτσι και τα σπίτια-αποθήκες ψυχών της άνω πόλης της Θεσσαλονίκης του 1900 χτίστηκαν έξω από το τείχος της (τις περισσότερες φορές κολλημένα πάνω στο τείχος λογικά για να εξοικονομήσουν υλικά και απόσταση από την πόλη).